Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

έκπληκτος

Από Ελληνικό Λεξικό
Στην αγάπη, ο σίγουρος τρόπος για να σε αγαπάει ο άλλος είναι να μην τον αγαπάς.
Λα Ροσφουκό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

έκπληκτος < εκ + πλήττω/-σσω

Open book 01.svg Επίθετο

έκπληκτος, έκπληκτη, έκπληκτο

αυτός που ξαφνιάζεται, που νιώθει έκπληξη
την είδα έκπληκτος να σηκώνει το πιστόλι εναντίον μου

Συγγενικές λέξεις

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ