Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

έκταση

Από Ελληνικό Λεξικό
Ο συνετός πάντα πριν πάθει λογαριάζει.
Όμηρος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έκταση εκτάσεις
γενική έκτασης εκτάσεων
εκτάσεως
αιτιατική έκταση εκτάσεις
κλητική έκταση εκτάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

έκταση < αρχαία ελληνική ἔκτασις < ἐκτείνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό

Με τα χέρια στην έκταση

έκταση θηλυκό

  1. άσκηση της γυμναστικής κατά την οποία πρέπει να απλώσεις τεντωμένα τα χέρια σου στο πλάι
  2. επιφάνεια γης
    διασχίζαμε απέραντες εκτάσεις κατεστραμμένες από την πυρκαγιά
  3. το μέγεθος μιας επιφάνειας
    το ξενοδοχείο θα χτιστεί σε μια έκταση εκατοντάδων στρεμμάτων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εμβαδόν
  4. το μέγεθος της εξάπλωσης ενός φαινομένου
    δεν έχει ακόμα υπολογιστεί η έκταση της καταστροφής που προκάλεσε ο σεισμός
  5. η τροπή μιας βραχείας συλλαβής σε μακρά

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ