Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

μετοχή

Από Ελληνικό Λεξικό
Τα μυστικά να τα φυλάς.
Περίανδρος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική μετοχή μετοχές
Γενική μετοχής μετοχών
Αιτιατική μετοχή μετοχές
Κλητική μετοχή μετοχές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μετοχή < αρχαία ελληνική μετοχή < ρήμα μετέχω < από τις λέξεις μετά και ἔχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό

μετοχή θηλυκό

  1. η πράξη του να λαμβάνει μέρος κάποιος σε κάτι, η συμμετοχή
  2. (γραμματική) κλιτή λέξη που διαθέτει τις ιδιότητες του επιθέτου και του ρήματος
    Λέγεται έτσι γιατί οι ιδιότητές της μετέχουν και στα δυο αυτά μέρη του λόγου.
    Οι ενεργητικές τελειώνουν συνήθως σε -οντας, οι δε παθητικές σε -μένος.
  3. (οικονομία) χρηματικός τίτλος που αντιπροσωπεύει ένα μέρος του κεφαλαίου μιας επιχείρησης

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

συμμετοχή

όρος της γραμματικής

όρος της οικονομίας

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ