Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

όρος

Από Ελληνικό Λεξικό
Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τίποτα γιατί η αλήθεια βρίσκεται στο βάθος της αβύσσου.
Δημόκριτος
(Ανακατεύθυνση από Όρος)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική όρος όροι
Γενική όρου όρων
Αιτιατική όρο όρους
Κλητική όρε όροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

όρος < αρχαία ελληνική ὅρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό

όρος αρσενικό

  1. μια υπόθεση, μια κατάσταση για να ληφθεί μια απόφαση
    Θα έρθω υπό έναν όρο: ...
  2. μια διάταξη, ένα μέρος μιας συμφωνίας
    Οι όροι της συμφωνίας δεν είναι ξεκάθαροι.
  3. ένα όριο
  4. (ορολογία) λεκτική κατασήμανση μιας γενικής έννοιας
βλέπε λέξη: έννοια και κατασήμανση.
Παραδείγματα όρων
γενικές έννοιες: «φιλόσοφος», «πανεπιστήμιο», «φυσικός αριθμός» - Αντίστοιχοι όροι: φιλόσοφος, πανεπιστήμιο, φυσικός αριθμός.

Σύνθετα

όριο

κατασήμανση


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις



Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική όρος όρη
Γενική όρους ορέων
Αιτιατική όρος όρη
Κλητική όρος όρη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

όρος < αρχαία ελληνική ὄρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό

όρος ουδέτερο

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

βλέπε λέξη: βουνό

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ