Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ύψος

Από Ελληνικό Λεξικό
Αν αγαπάς και υποφέρεις, αγάπα περισσότερο.
Βίκτωρ Ουγκώ
(Ανακατεύθυνση από Ύψος)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ύψος ύψη
Γενική ύψους υψών
Αιτιατική ύψος ύψη
Κλητική ύψος ύψη


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ύψος < αρχαία ελληνική ὕψος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /'i.psɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

τα βέλη δείχνουν το ύψος των καμπυλών

ύψος ουδέτερο

  1. η απόσταση από τη βάση ενός πράγματος έως την κορυφή του
  2. το μήκος του ανθρώπινου σώματος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανάστημα
  3. (γεωμετρία) η κάθετη απόσταση που ενώνει τη βάση και την κορυφή ενός σχήματος ή τις παράλληλες βάσεις ενός σχήματος ή στερεού
    • (συνεκδοχικά) το ευθύγραμμο τμήμα που προσδιορίζει την παραπάνω απόσταση
  4. το ανώτερο σημείο που μπορεί να φτάσει κάποιος ή κάτι
  5. (μεταφορικά) τη πνευματική και ηθική ανωτερότητα

Εκφράσεις

  • ή του ύψους ή του βάθους : για κάτι που παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις
  • στα ύψη : σε πάρα πολύ ψηλό σημείο // σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό
  • στέκομαι στο ύψος μου : ανταποκρίνομαι σε ό,τι πρέπει να κάνω // διατηρώ την αξιοπρέπεια μου


Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ