Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ώρα

Από Ελληνικό Λεξικό
Η ελεημοσύνη, η αγάπη και η νηστεία αγιάζει τον άνθρωπο, τον πλουτίζει και σωματικά και ψυχικά.
Κοσμάς ο Αιτωλός
(Ανακατεύθυνση από Ώρα)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὥρα, ὤρα


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ώρα θηλυκό

  1. το ένα εικοστό τέταρτο του ημερονυκτίου


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ