Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αέρας

Από Ελληνικό Λεξικό
Ο κακός είναι ακάθαρτος στην ψυχή, ενώ ο ενάρετος καθαρός.
Πλάτων
(Ανακατεύθυνση από Αέρας)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική αέρας αέρες, αέρηδες
Γενική αέρα αέρων, αέρηδων
Αιτιατική αέρα αέρες, αέρηδες
Κλητική αέρα αέρες, αέρηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μεσαιωνική λέξη < αρχαίο ελληνικό ἀήρ, αιτιατική ἀέρα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /a.'ɛ.ɾas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

αέρας αρσενικό (πληθυντικός αέρηδες)

  1. το σύνολο των αερίων που μας περιβάλλει
    Πνίγομαι, θέλω αέρα.
  2. ο άνεμος
    Φυσάει αέρας.
  3. το κενό
    στέκομαι στον αέρα, πυροβολώ στον αέρα, κ.λπ.
  4. η άνεση στη συμπεριφορά
    Από τότε που γύρισε, έχει άλλον αέρα.
  5. η υπεραξία που έχει αποκτήσει μια επιχείρηση, λόγω καλής φήμης, πελατείας ή θέσης και, κατ' επέκταση, το χρηματικό ποσό που αναλογεί σ' αυτήν
    Μας ζητάει αέρα 10.000 ευρώ.

Εκφράσεις

  • παίρνω αέρα (1): αποκτώ μεγαλύτερη άνεση στη συμπεριφορά μου (φτάνοντας μέχρι και την αδιαφορία ή και την αγένεια προς τους άλλους)
από τότε που πήρε προαγωγή, πήρε αέρα και δεν υπολογίζει κανέναν
άνοιξε τα παράθυρα να πάρουμε αέρα, πολύ καπνό έχει εδώ μέσα
βγήκε έξω να πάρει αέρα γιατί ήταν πολύ εκνευρισμένος
  • παίρνω τον αέρα : συνηθίζω (να κάνω κάτι) ώστε να το κάνω εύκολα και γρήγορα
κοίτα τι γρήγορα που κάνει ποδήλατο, πήρε τον αέρα πια!
σταμάτα λίγο, βγες έξω να πάρεις τον αέρα σου, έχεις πήξει πια μ'αυτή τη δουλειά!
  • (μιλώ) περί αέρων και υδάτων : αερολογώ, μιλώ για διάφορα, σκόρπια πράγματα
πέρασε το απόγευμα να μιλάει περί αέρων και υδάτων, λες και δεν είχε τίποτ'άλλο να κάνει

Συγγενικές λέξεις


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ