Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αίθουσα

Από Ελληνικό Λεξικό
Οι δυσκολίες δυναμώνουν το νου, όπως η εργασία το σώμα.
Σενέκας
(Ανακατεύθυνση από Αίθουσα)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική αίθουσα αίθουσες
Γενική αίθουσας αιθουσών
Αιτιατική αίθουσα αίθουσες
Κλητική αίθουσα αίθουσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αίθουσα < αρχαία ελληνική αἴθουσα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈɛ.θu.sa/
audio 

Open book 01.svg Ουσιαστικό

αίθουσα θηλυκό

  • μεγάλο δωμάτιο ενός κτηρίου που προορίζεται για τη συγκέντρωση πολλών ανθρώπων ή/και για κάποια ειδική χρήση
    • (στο σχολείο) η αίθουσα διδασκαλίας ενός τμήματος ή ενός μαθήματος
    • (στον κινηματογράφο, θέατρο) ο χώρος που προορίζεται για το κοινό των παραστάσεων και προβολών
  • (συνεκδοχικά) το σύνολο των ανθρώπων που βρίσκονται σε μια αίθουσα
  • (ανατομία) τμήμα του εσωτερικού αφτιού



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ