Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αίρεση

Από Ελληνικό Λεξικό
Στα όνειρα και στην αγάπη τίποτα δεν είναι ανέφικτο.
Janus Arony
(Ανακατεύθυνση από Αίρεση)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αίρεση αιρέσεις
γενική αίρεσης αιρέσεων
αιρέσεως
αιτιατική αίρεση αιρέσεις
κλητική αίρεση αιρέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αίρεση < (αρχαία ελληνικά) αἵρεσις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /éresi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

αίρεση θηλυκό

  1. το θρησκευτικό δόγμα που διαφέρει από την επίσημη θρησκεία κι έχει καταδικαστεί ως αντίθετο
    χριστιανική / μουσουλμανική / γνωστική / αντιτριαδική αίρεση
  2. ένα σύνολο από ιδέες ή απόψεις οι οποίες ανατρέπουν ή αποκλίνουν από εκείνες που θεωρούνται σωστές ή καθιερωμένες σε ένα τομέα
    φιλοσοφική / ιδεολογική / πολιτική / καλλιτεχνική αίρεση
  3. (συνεκδοχικά) οι οπαδοί μιας αίρεσης, οι αιρετικοί
  4. η επιλογή
    η πράξη της Αντιγόνης εξαρτάται πρωταρχικά από την προσωπική αίρεσή της
  5. (νομική) όρος της δικαιοπραξίας, από τον οποίο καθορίζονται τα θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα ενός μελλοντικού κι αντικειμενικά αβέβαιου γεγονότος
    αναβλητική / διαλυτική αίρεση

Εκφράσεις

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ