Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αγανακτώ

Από Ελληνικό Λεξικό
Η αγάπη μεταμορφώνει ακόμα και τη θυσία σε χαρά.
Βίκτωρ Ουγκώ
(Ανακατεύθυνση από Αγανακτώ)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αγανακτώ < αρχαία ελληνική ἀγανακτῶ

Open book 01.svg Ρήμα

αγανακτώ και αγαναχτώ

  1. (αμετάβατο) καταλαμβάνομαι από αγανάκτηση, δικαιολογημένο θυμό επειδή αδικούμαι ή ταλαιπωρούμαι αδικαιολόγητα
    τόσες ώρες στην αίθουσα αναμονής, αγανάκτησε ο άνθρωπος!
  2. (αμετάβατο) κουράζομαι πολύ μέχρι να κάνω κάτι
    αγανάκτησα μέχρι να πιάσω γραμμή με το εξωτερικό
  3. (μεταβατικό) κάνω κάποιον να θυμώσει πολύ
    τον αγανάκτησε αυτή η συμπεριφορά



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ