Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αγιάζι

Από Ελληνικό Λεξικό
Κάθε έντονη αντιπάθεια είναι ύποπτη και προδίδει μια κρυφή συγγένεια.
Ου. Χέζλιτ
(Ανακατεύθυνση από Αγιάζι)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγιάζι αγιάζια
γενική
αιτιατική αγιάζι αγιάζια
κλητική αγιάζι αγιάζια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αγιάζι < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)


Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /a'ʝa.zi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

αγιάζι ουδέτερο



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ