Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αγκινάρα

Από Ελληνικό Λεξικό
Αγάπη: πονόδοντος στη καρδιά.
Χάινριχ Χάινε
(Ανακατεύθυνση από Αγκινάρα)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση