Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αδελφός

Από Ελληνικό Λεξικό
Γεράματα είναι το πολύ ακριβό τίμημα που πληρώνουμε για ν' αποκτήσουμε ωριμότητα.
Τ. Στόπαρντ
(Ανακατεύθυνση από Αδελφός)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική αδελφός αδελφοί
Γενική αδελφού αδελφών
Αιτιατική αδελφό αδελφούς
Κλητική αδελφέ αδελφοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αδελφός < ἀ- (αθροιστικό) + δέλφος (< δελφύς = μήτρα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

αδελφός αρσενικό

  • το αρσενικό πρόσωπο, με το οποίο κάποιος έχει κοινούς και τους δύο ή μόνο τον ένα γονέα
ο μεγάλος μου αδελφός, ετεροθαλείς αδελφοί
μου έχει σταθεί περισσότερο κι από αδελφός
  • συνοδευτικό του ονόματος μοναχού
  • οχ, αδελφέ!: έκφραση που δηλώνει αδιαφορία κι έλλειψη διάθεσης

Open book 01.svg Επίθετο

αδελφός -ή -ό

  • που συνδέεται με άλλον λόγω κοινής καταγωγής, προέλευσης ή κοινής ιδεολογίας
τα αδελφά κόμματα

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ