Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αδιάβροχο

Από Ελληνικό Λεξικό
Αγάπη: πονόδοντος στη καρδιά.
Χάινριχ Χάινε
(Ανακατεύθυνση από Αδιάβροχο)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αδιάβροχο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αδιάβροχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό

αδιάβροχο ουδέτερο

  • ρούχο, το οποίο είναι αδιάβροχο, δεν το διαπερνά η βροχή


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ