Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

άβακας

Από Ελληνικό Λεξικό
Στην αγάπη, ο σίγουρος τρόπος για να σε αγαπάει ο άλλος είναι να μην τον αγαπάς.
Λα Ροσφουκό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική άβακας άβακες
Γενική άβακα αβάκων
Αιτιατική άβακα άβακες
Κλητική άβακα άβακες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

άβακας < αρχαία ελληνική ἄβαξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /'a.va.kas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

άβακας αρσενικό

ένας άβακας (αριθμητήριο)
  1. επίπεδη επιφάνεια, συνήθως τετράπλευρη, που χρησιμοποιείται για επιτραπέζια παιχνίδια
  2. (αρχιτεκτονική) τετράγωνη πλάκα στο πάνω μέρος του κιονόκρανου όπου ακουμπά το επιστύλιο
  3. αριθμητήριο, όργανο αποτελούμενο από σειρές χανδρών, που χρησιμοποιείται για καταμέτρηση αντικειμένων και εκτέλεση απλών αριθμητικών πράξεων


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ