Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

άβαφος

Από Ελληνικό Λεξικό
Η ζήλια είναι ο δράκος που σκοτώνει την αγάπη, με το πρόσχημα ότι θέλει να την κρατήσει ζωντανή.
Χάβελοκ Έλις
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός
Ονομαστική άβαφος άβαφη άβαφο
Γενική άβαφου άβαφης άβαφου
Αιτιατική άβαφο άβαφη άβαφο
Κλητική άβαφε άβαφη άβαφο
Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική άβαφοι άβαφες άβαφα
Γενική άβαφων άβαφων άβαφων
Αιτιατική άβαφους άβαφες άβαφα
Κλητική άβαφοι άβαφες άβαφα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

άβαφος < α- (στερητικό) + βάφω

Open book 01.svg Επίθετο

άβαφος -η -ο

  • που δε βάφτηκε, ο μη βαμμένος
αυτός ο τοίχος έμεινε άβαφος
  • που δε φτιασιδώθηκε, ο μη μακιγιαρισμένος.
μερικές γυναίκες είναι πιο ωραίες όταν είναι άβαφες

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

* ισπανικά : sin pintar  (es)

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ