Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

άβλαβος

Από Ελληνικό Λεξικό
Τίμα τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον.
Μένανδρος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός
Ονομαστική άβλαβος άβλαβη άβλαβο
Γενική άβλαβου άβλαβης άβλαβου
Αιτιατική άβλαβο άβλαβη άβλαβο
Κλητική άβλαβε άβλαβη άβλαβο
Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική άβλαβοι άβλαβες άβλαβα
Γενική άβλαβων άβλαβων άβλαβων
Αιτιατική άβλαβους άβλαβες άβλαβα
Κλητική άβλαβοι άβλαβες άβλαβα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

άβλαβος < α- στερητικό + βλάβη

Open book 01.svg Επίθετο

άβλαβος

  1. που δεν προκαλεί βλάβη, ζημιά, που δεν βλάπτει
  2. που δεν έχει πάθει βλάβη, ζημιά

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ