Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

άβουλο

Από Ελληνικό Λεξικό
Η αχαριστία έχει μητέρα την υπερηφάνεια και κόρη την αναισχυντία.
Ξενοφών
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου

άβουλο

  1. άβουλος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του άβουλος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ