Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

άζωτο

Από Ελληνικό Λεξικό
Τα εγκόσμια είναι ασήμαντα μπροστά στην καλλιέργεια της ψυχής.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

  • Χημικό στοιχείο: N
  • Ατομικός αριθμός : 7
  • Προηγούμενο = C
  • Επόμενο = O

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

άζωτο < γαλλική azot  (fr) < α- (στερητικό) + ζωή.
Το 1775-76 ο Γάλλος χημικός Lavoisier* ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε ότι το αέριο ήταν χημικό στοιχείο και το 1789 του έδωσε το όνομα άζωτο εξαιτίας της ιδιότητάς του να μην συντελεί στη διατήρηση της ζωής
Η λέξη στα ελληνικά μαρτυρείται από το 1889

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /'a.zɔ.tɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άζωτο -
γενική αζώτου -
αιτιατική άζωτο -
κλητική άζωτο -
δείγμα αζώτου

άζωτο ουδέτερο μόνο στον ενικό

  1. χημικό στοιχείο (συμβολίζεται διεθνώς με το N)
  2. άχρωμο, άοσμο και άγευστο αέριο το μόριο του οποίου αποτελείται από δύο άτομα αζώτου (N2) και αποτελεί το 78% του ατμοσφαιρικού αέρα
  3. κύκλος αζώτου : οι βιομηχανικές διεργασίες που συντελούν στη διακίνηση του αζώτου μεταξύ ενός οργανισμού και του περιβάλλοντος
  4. στερέωση του αζώτου : οι βιοχημικές διεργασίες αντίδρασης του αζώτου που καταλήγουν στον σχηματισμό χημικών ενώσεων

Σύνθετα


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ