Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

άθρησκο

Από Ελληνικό Λεξικό
Η ελεημοσύνη, η αγάπη και η νηστεία αγιάζει τον άνθρωπο, τον πλουτίζει και σωματικά και ψυχικά.
Κοσμάς ο Αιτωλός
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου

άθρησκο

  1. άθρησκος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του άθρησκος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ