Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

άλογο

Από Ελληνικό Λεξικό
Αγάπη: πονόδοντος στη καρδιά.
Χάινριχ Χάινε
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική άλογο άλογα
Γενική αλόγου αλόγων
Αιτιατική άλογο άλογα
Κλητική άλογο άλογα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

άλογο < άλογος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /'a.lɔ.ɣɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

άλογο ουδέτερο

άλογο που καλπάζει
  1. (equus caballus) τετράποδο χορτοφάγο θηλαστικό με δυνατές οπλές, πλούσια χαίτη και μακριά ουρά, που διαθέτει μεγάλη ταχύτητα στο τρέξιμο. Χρησιμοποιήθηκε από την αρχαιότητα ως μέσο μετακίνησης και αποτέλεσε την μοναδική κινητήρια δύναμη των αμαξών
  2. (συνεκδοχικά) το πιόνι στο σκάκι που έχει τη μορφή αλόγου και λέγεται ίππος
  3. (καθομιλουμένη) η ιπποδύναμη του αυτοκινήτου

Εκφράσεις

  • τον έκανα άλογο : τον έκανα να εκνευριστεί πάρα πολύ
  • πράσινα άλογα : παράλογα, εξωφρενικά πράγματα

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου

άλογο ουδέτερο

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ