Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

έγχυση

Από Ελληνικό Λεξικό
Στα όνειρα και στην αγάπη τίποτα δεν είναι ανέφικτο.
Janus Arony
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

έγχυση < έγχυσις (καθαρεύουσα) < εγχέω (αρχαία) < εν + χέω (=χύνω, ρίχνω υγρό)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

έγχυση θηλυκό

  1. το να ρίχνει κάποιος υγρή ουσία σε δοχείο, αγγείο ή στον οργανισμό (με ενέση, με θεραπευτικούς σκοπούς)
  2. το υγρό που εγχέεται σε δοχείο, αγγείο ή στον οργανισμό
  3. η ενδοφλέβια ή υποδόρια ενστάλαξη μεγάλων ποσοτήτων υγρών σε ασθενή με ειδικές συσκευές, προκειμένου να δράσουν άμεσα και γρήγορα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

  • χύσιμο
  • ορός
  • ένεση

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

  • έκχυση


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ