Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

έλλειμμα

Από Ελληνικό Λεξικό
Ο ανόητος έχει την καρδιά στη γλώσσα, ενώ ο σώφρων έχει την γλώσσα στην καρδιά.
Θουκυδίδης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

< ελλείπω < εν + λείπω

Open book 01.svg Ουσιαστικό

έλλειμμα ουδέτερο

  1. χρηματικό ή άλλο ποσό που λείπει αναιτιολόγητα (από ταμείο, αποθήκη κλπ)
  2. (κατ' επέκταση) αυτό που λείπει, η ανεπάρκεια, η έλλειψη
    έλλειμμα ανθρωπιάς
  3. στον προϋπολογισμό, το ποσό κατά το οποίο τα έσοδα είναι λιγότερα από τα έξοδα
  4. στο εμπορικό ισοζύγιο, το ποσό κατά το οποίο η αξία των εισαγωγών είναι μικρότερη από την αξία των εξαγωγών


Συγγενικές λέξεις



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ