Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αβάφτιστος

Από Ελληνικό Λεξικό
Ο κτησάμενος αγάπην, διεσκόρπισε χρήματα, ο δε λέγων αμφοτέροις συζείν, ευατόν ηπάτησεν.
Ιωάννης της Κλίμακος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αβάφτιστος < αρχαία ελληνική ἀβάπτιστος < ἀ- + βαπτίζω

Open book 01.svg Επίθετο

αβάφτιστος, -ή, -ό


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ