Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αβανιάρες

Από Ελληνικό Λεξικό
Ο κτησάμενος αγάπην, διεσκόρπισε χρήματα, ο δε λέγων αμφοτέροις συζείν, ευατόν ηπάτησεν.
Ιωάννης της Κλίμακος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου

αβανιάρες

  1. αβανιάρα, στην ονομαστική του πληθυντικού
  2. αβανιάρα, στην αιτιατική του πληθυντικού
  3. αβανιάρα, στην κλητική του πληθυντικού


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ