Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αηδιασμένος

Από Ελληνικό Λεξικό
Όταν κάνεις ένα κακό να περιμένεις να το πάθεις.
Πλάτων
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αηδιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αηδιάζω

Open book 01.svg Μετοχή

αηδιασμένος



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ