Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αιδοιολειχία

Από Ελληνικό Λεξικό
Αν αγαπάς και υποφέρεις, αγάπα περισσότερο.
Βίκτωρ Ουγκώ
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αιδοιολειχία < αιδοιολείκτης < αιδοι- (< αιδοίο) + αρχαία ελληνική λείχω (: γλείφω) + -ία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ɛ.ði.ɔ.li.'ç.α/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

αιδοιολειχία θηλυκό και αιδοιολειξία

  • η σεξουαλική πρακτική του ερεθισμού του αιδοίου με το στόμα, ιδίως με τα χείλη και τη γλώσσα, με σκοπό τη διέγερση και την πρόκληση ερωτικής ηδονής, ο στοματικός έρωτας με σκοπό την ηδονή της γυναίκας

Συγγενικές λέξεις

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ