Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αιματίτης

Από Ελληνικό Λεξικό
Τα εγκόσμια είναι ασήμαντα μπροστά στην καλλιέργεια της ψυχής.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αιματίτης < αίμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό

αιματίτης αρσενικό

  1. (ορυκτολογία) φυσικό οξείδιο του σιδήρου, χρώματος κοκκινωπού ή καφετί
  2. μαύρο πετράδι, με μεταλλική λάμψη, από αυτό το οξείδιο


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ