Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αιματολογία

Από Ελληνικό Λεξικό
Η δικαιοσύνη λάμπει και μέσα στα φτωχόσπιτα. Τιμά τους αγαθούς και δεν θαμπώνεται από τη λάμψη του χρυσού, που αποκτήθηκε από λερωμένα χέρια.
Αισχύλος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αιματολογία < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)


Open book 01.svg Ουσιαστικό

αιματολογία θηλυκό (πληθυντικός : πληθυντικός_της_λέξης)

  • κλάδος της ιατρικής ο οποίος ασχολείται με την μελέτη, την διάγνωση και θεραπεία των παθήσεων του αίματος.
Μετά την αποφοίτηση της σχολής του ειδικεύτηκε στη γενική Αιματολογία.



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ