Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αιμοφιλία

Από Ελληνικό Λεξικό
Η αρετή δεν διδάσκεται με λόγια, αλλά με το παράδειγμα.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική αιμοφιλία -
Γενική αιμοφιλίας -
Αιτιατική αιμοφιλία -
Κλητική αιμοφιλία -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αιμοφιλία < απόδοση του hémophilie  (fr) (γαλλικά)
Η λέξη μαρτυρείται από το 1887

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /emofilía/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

αιμοφιλία θηλυκό, χωρίς πληθυντικό

  • κληρονομική πάθηση κυρίως των ανδρών που χαρακτηρίζεται από συχνές αιμορραγίες (εξαιτίας ακόμη και μικροτραυματισμών), οι οποίες οφείλονται σε διαταραχές της πήξης του αίματος
ο τσάρεβιτς Αλέξιος έπασχε από αιμοφιλία

Συγγενικές λέξεις

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ