Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αμυνόμενος

Από Ελληνικό Λεξικό
Γεράματα είναι το πολύ ακριβό τίμημα που πληρώνουμε για ν' αποκτήσουμε ωριμότητα.
Τ. Στόπαρντ
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αμυνόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αμύνομαι

Open book 01.svg Μετοχή

αμυνόμενος



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ