Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αναβαλλόμενος

Από Ελληνικό Λεξικό
Εκ στόματος κοράκου κρα εξελεύσεται.
Αίσωπος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

< μετοχή ενεστώτα του ρήματος αναβάλλω, στη μέση φωνή

Η λέξη προέρχεται από την αρχή του εκτεταμένου ψαλμού 103 « Τῷ Δαυῒδ ».
Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον. Κύριε ὁ Θεός μου, ἐμεγαλύνθης σφόδρα, ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον...

Open book 01.svg Μετοχή

αναβαλλόμενος αρσενικό

Εκφράσεις

του ψέλνει τον αναβαλλόμενο : τον επιπλήττει αυστηρά

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ