Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αναβαπτισμένος

Από Ελληνικό Λεξικό
Μη αγνόει σ’ αυτόν· μηδέ αμάρτανε.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αναβαπτισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναβαπτίζω

Open book 01.svg Μετοχή

αναβαπτισμένος



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ