Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αναπυρωμένος

Από Ελληνικό Λεξικό
Ο κτησάμενος αγάπην, διεσκόρπισε χρήματα, ο δε λέγων αμφοτέροις συζείν, ευατόν ηπάτησεν.
Ιωάννης της Κλίμακος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αναπυρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναπυρώνω

Open book 01.svg Μετοχή

αναπυρωμένος



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ