Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

αρχαίος

Από Ελληνικό Λεξικό
Τίμα τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον.
Μένανδρος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός
Ονομαστική αρχαίος αρχαία αρχαίο
Γενική αρχαίου αρχαίας αρχαίου
Αιτιατική αρχαίο αρχαία αρχαίο
Κλητική αρχαίε αρχαία αρχαίο
Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική αρχαίοι αρχαίες αρχαία
Γενική αρχαίων αρχαίων αρχαίων
Αιτιατική αρχαίους αρχαίες αρχαία
Κλητική αρχαίοι αρχαίες αρχαία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αρχαίος < αρχαία ελληνική ἀρχαῖος

Open book 01.svg Επίθετο

αρχαίος -α -ο

  • που σχετίζεται με το μακρινό παρελθόν
αρχαίος μύθος
  • (ειδικότερα)
  • που σχετίζεται με τους λαούς και τους πολιτισμούς της αρχαιότητας, της περιόδου δηλαδή που προηγείται του Μεσαίωνα
  • (για την ελληνική γλώσσα) που χρησιμοποιήθηκε κατά την περίοδο από την πρώτη εμφάνιση των Ελλήνων μέχρι τα χρόνια της Αλεξανδρινής Κοινής (περίπου 2.000 π.Χ.-300 π.Χ.)
είχε στο πατάρι και μια αρχαία γραφομηχανή του παππού του

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Open book 01.svg Ουσιαστικό

αρχαίος αρσενικό

  • (πληθυντικός αρχαίοι: οι άνθρωποι που έζησαν κατά την αρχαιότητα
μελετά τους αρχαίους


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ