Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

βεβαίωση

Από Ελληνικό Λεξικό
Την αδικία να φοβάσαι περισσότερο από τον θάνατο, για την άδικη ψυχή πολλές συμφορές περιμένουν.
Πλάτων
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βεβαίωση βεβαιώσεις
γενική βεβαίωσης βεβαιώσεων
βεβαιώσεως
αιτιατική βεβαίωση βεβαιώσεις
κλητική βεβαίωση βεβαιώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

βεβαίωση < βεβαίωσις < βεβαιώνω < βέβαιος

Open book 01.svg Ουσιαστικό

βεβαίωση θηλυκό

  1. η ενέργεια με την οποία κάποιος βεβαιώνει κάτι, διαβεβαίωση
  2. επίσημο έγγραφο με το οποίο συντάκτης βεβαιώνει κάτι
    ζήτησε μια βεβαίωση από τη σχολή του ότι είναι φοιτητής για φορολογική χρήση
  3. διαπιστωτική ενέργεια των αρμόδιων αρχών, επίσημη διαπίστωση
    η βεβαίωση της αγορανομικής παράβασης έγινε από τους αστυνομικούς της Αγορανομίας

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ