Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

βεβαιώνω

Από Ελληνικό Λεξικό
Ο κτησάμενος αγάπην, διεσκόρπισε χρήματα, ο δε λέγων αμφοτέροις συζείν, ευατόν ηπάτησεν.
Ιωάννης της Κλίμακος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

βεβαιώνω < αρχαία ελληνική βεβαιῶ

Open book 01.svg Ρήμα

βεβαιώνω, παθητικό βεβαιώνομαι

  • δηλώνω την αλήθεια μιας πρότασης
    η αρμόδια υπηρεσία του δήμου με επίσημο έγγραφο βεβαιώνει ότι ο Χ είναι κάτοικος Αθηνών
  • διαβεβαιώνω κάποιον
  • διαπιστώνω με επίσημο τρόπο
    Η Δημοτική Αστυνομία βεβαίωσε πολλές παραβάσεις σχετικές με παράνομη στάθμευση

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ