Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

βλάκας

Από Ελληνικό Λεξικό
Ο ανόητος έχει την καρδιά στη γλώσσα, ενώ ο σώφρων έχει την γλώσσα στην καρδιά.
Θουκυδίδης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

βλάκας < βλαξ  (grc)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

βλάκας αρσενικό

  • αυτός που έχει χαμηλή νοημοσύνη ή που συμπεριφέρεται χωρίς σκέψη
  • ο ανόητος, ο χαζός

Εκφράσεις

  • (αργκό) σαν βλάκας: πάρα πολύ
έτρεχε πίσω της διαρκώς, την ήθελε σαν βλάκας

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ