Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

γάιδαρος

Από Ελληνικό Λεξικό
Δεν θέλω να ζήσω, θέλω ν’ αγαπήσω πρώτα και να ζήσω παρεμπιπτόντως.
Zelda Fitzgerald
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Από το αραβικό gadar ή gaïdar.
Στην καθαρεύουσα: όνος.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

Ένας γάιδαρος
γάιδαρος και γάδαρος
γαϊδάρα και γαϊδούρα
γαϊδούρι
  1. Άγριο ή κατοικίδιο θηλαστικό, γκριζωπό, μικρότερο από το άλογο, με μεγάλο κεφάλι και μεγάλα αυτιά.
  2. Άξεστος άνθρωπος.

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

θηλαστικό ζώο

άξεστος άνθρωπος


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ