Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

γκάιντα

Από Ελληνικό Λεξικό
Η συγνώμη χρειάζεται μεγαλύτερη τόλμη από την τιμωρία.
Πιττακός
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική γκάιντα γκάιντες
Γενική γκάιντας γκαιντών
Αιτιατική γκάιντα γκάιντες
Κλητική γκάιντα γκάιντες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

γκάιντα < τουρκική, gayda

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /'ga.i.da/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

γκάιντα θηλυκό ή γκάιδα, γάιδα, κάιντα, τουλούμι

  • είδος ασκαύλου που αποτελείται από ασκί, επιστόμιο και τμήμα παραγωγής του ήχου, το οποίο απαρτίζεται από δύο ξεχωριστούς αυλούς· ο ένας, κοντός με τρύπες, δίνει τη μελωδία και ο άλλος, μακρύς χωρίς οπές, δίνει ένα φθόγγο, που εναρμονίζεται με το φθόγγο που χρησιμοποιείται ως τονική στον αυλό της μελωδίας


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ