Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

γλυκάνισο

Από Ελληνικό Λεξικό
Η ζήλια είναι ο δράκος που σκοτώνει την αγάπη, με το πρόσχημα ότι θέλει να την κρατήσει ζωντανή.
Χάβελοκ Έλις
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική γλυκάνισο γλυκάνισα
Γενική γλυκάνισου γλυκάνισων
Αιτιατική γλυκάνισο γλυκάνισα
Κλητική γλυκάνισο γλυκάνισα
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική γλυκάνισο γλυκάνισα
Γενική γλυκανίσου γλυκανίσων
Αιτιατική γλυκάνισο γλυκάνισα
Κλητική γλυκάνισο γλυκάνισα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ελληνιστική κοινή γλυκάνισον < αρχαία ελληνική γλυκ(ύς) + ἄνισον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ɣli.'ka.ni.sɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

σπόροι γλυκάνισου

γλυκάνισο ουδέτερο

  • (Pimpinella anisum) μονοετές φυτό με κιτρινόλευκα άνθη και καρπούς που αποτελούνται ο καθένας από δυο μικρούς αρωματικούς σπόρους κολλημένους μεταξύ τους. Ανθίζει το καλοκαίρι και στους σπόρους του υπάρχει αιθέριο έλαιο. Χρησιμοποιείται ως καρύκευμα στο ψωμί, στη φαρμακευτική και ως αρωματικό στο ούζο, στη ρακή κ.λπ.


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ