Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

γλύπτης

Από Ελληνικό Λεξικό
Το πρόσωπο είναι ο καθρέπτης της ψυχής.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Γλύπτης


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική γλύπτης γλύπτες
Γενική γλύπτη γλυπτών
Αιτιατική γλύπτη γλύπτες
Κλητική γλύπτη γλύπτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

γλύπτης < γλύφω (= λαξεύω, σκαλίζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /'ɣli.ptis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

γλύπτης αρσενικό, γλύπτρια θηλυκό

  • καλλιτέχνης που δημιουργεί τριδιάστατα έργα σε σκληρό υλικό (μάρμαρο, πέτρα, ξύλο, μέταλλο κ.λπ.)

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ