Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

γουίντσέρφερ

Από Ελληνικό Λεξικό
Επιστήμη άνευ αγωγής είναι σώμα ακάθαρτον.
Αριστοτέλης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

γουίντσέρφερ < αγγλική [[windsurfer < wind, άνεμος, και surf, καβαλάω τα κύματα

Open book 01.svg Ουσιαστικό

γουίντσέρφερ αρσενικό


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

ιστιοσανίδα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ