Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

δαγκάνα

Από Ελληνικό Λεξικό
Η αγάπη φωτίζει με τη λάμψη του παραμυθιού την καθημερινότητα.
Σέλλευ
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

δαγκάνα < δαγκώνω < δακώνω < θέμα δάκ- του δάκνω (=δαγκώνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

δαγκάνα θηλυκό

  • η λαβίδα των καρκινοειδών (αστακοί, καβούρια κτλ) με την οποία συλλαμβάνουν την τροφή τους
  • η τανάλια, η τσιμπίδα (μεταφορικά)
τον έπιασε η εφορία στις δαγκάνες της

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ