Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

διαβάζω

Από Ελληνικό Λεξικό
Όποιος αγαπάει δεν θέλει να διατάζει, ούτε να εξουσιάζει.
Ι. Χρυσόστομος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

διαβάζω < διαβιβάζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ðʝa.ˈva.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα

διαβάζω

  1. (αμετάβατο) μπορώ να κάνω ανάγνωση
    έμαθα να διαβάζω, πριν ακόμη πάω στο σχολείο
  2. (αμετάβατο) μελετώ (για το σχολείο, για εξετάσεις, για το πανεπιστήμιο)
    διάβαζε όλη τη χρονιά συστηματικά κι, έτσι, πέτυχε στις εξετάσεις
  3. (μεταβατικό) κάνω ανάγνωση ενός κειμένου σιωπηρά
    συνηθίζομε τις Κυριακές να διαβάζομε μαζί εφημερίδα
  4. (μεταβατικό) μελετώ κάτι με προσοχή
    αν διαβάσεις τους κανόνες, θα είναι πιο εύκολο να τους εφαρμόσεις
  5. βοηθώ κάποιον να μελετήσει τα μαθήματά του
    μία φορά με διάβασε ο αδελφός μου και τα κατάλαβα όλα
  6. (μεταφορικά) διακρίνω γεγονότα, περιστατικά, συναισθήματα
    αν διαβάσεις ανάμεσα στις γραμμές, θα καταλάβεις ότι έχει περισσότερη ευαισθησία από ό,τι δείχνει
    διάβασα τη θλίψη στο πρόσωπό της
  7. (εκκλησία) απαγγέλλω κείμενο κατά τη διάρκεια εκκλησιαστικής ακολουθίας
    ο ιερέας διαβάζει το Ευαγγέλιο
  8. (εκκλησία) απαγγέλλω ευχές για κάποιον ετοιμοθάνατο ή ασθενή ή κάνω εξορκισμό
    τον πήγαν στο μοναστήρι να τον διαβάσουν, μήπως ηρεμήσουν τα νεύρα του

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ