Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

δόντι

Από Ελληνικό Λεξικό
Κάθε έντονη αντιπάθεια είναι ύποπτη και προδίδει μια κρυφή συγγένεια.
Ου. Χέζλιτ
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική δόντι δόντια
Γενική δοντιού δοντιών
Αιτιατική δόντι δόντια
Κλητική δόντι δόντια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

δόντι < μεσαιωνική ελληνική, δόντιον < ὀδόντιον, υποκοριστικό από το αρχαία ελληνική ὀδούς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /'ðɔn.di/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

δόντι ουδέτερο

  1. οστά της κοιλότητας του στόματος των ανθρώπων και των θηλαστικών γενικότερα, τα οποία φυτρώνουν στις σιαγόνες και χρησιμεύουν κυρίως στον τεμαχισμό και το μάσημα της τροφής
  2. αιχμηρή και συνήθως σκληρή προεξοχή αντικειμένου, το οδόντωμα
    τα δόντια της χτένας
    τα δόντια του γραναζιού
  3. (μεταφορικά) το μέσο άσκησης επιρροής
    έχει δόντι

Εκφράσεις

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ