Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

δύναμη

Από Ελληνικό Λεξικό
Τίμα τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον.
Μένανδρος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δύναμη δυνάμεις
γενική δύναμης δυνάμεων
δυνάμεως
αιτιατική δύναμη δυνάμεις
κλητική δύναμη δυνάμεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

δύναμη < αρχαία ελληνική δύναμις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /'ði.na.mi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

δύναμη θηλυκό

  1. η σωματική ισχύς, η ρώμη
    χρειάζεται αρκετή δύναμη για να ξεσφίξει το μπουλόνι
  2. η ικανότητα να κάνει κάποιος κάτι, να πετύχει κάτι
  3. η ισχύς που δίνει η εξουσία, το αξίωμα
  4. η ένταση
    χτύπησε με δύναμη το χέρι του στο τραπέζι
  5. οργανωμένο σύνολο που ασκεί επιρροή και δρά στην κοινωνία ή την πολιτική
    οι πολιτικές δυνάμεις
  6. χώρα με ισχυρή πολιτική, στρατιωτική, οικονομική παρουσία στη διεθνή σκηνή
    οι Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία) με τη στρατιωτική τους επέμβαση στο Ναβαρίνο έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους
  7. ο στρατός, τα στρατεύματα
    οι δυνάμεις του εχθρού υποχωρούν
    ισχυρές δυνάμεις του στρατού αναπτύσσονται...
  8. ο αριθμός των ατόμων που περιλαμβάνει ένα σύνολο
    το 7ο Σὐνταγμα έχει δύναμη 800 ανδρών
  9. (μαθηματικά) το γινόμενο του πολλαπλασιασμού ενός αριθμού με τον εαυτό του
    η ύψωση του 2 στην τέταρτη δύναμη (2Χ2Χ2Χ2 ή 24) μας δίνει το 16
  10. (φυσική) το φυσικό διανυσματικό μέγεθος που προκαλεί αλλαγή της κινητικής κατάστασης ή παραμόρφωση ενός φυσικού σώματος

Εκφράσεις

  • δυνάμει: η δυνατότητα να υπάρξει ή να μεταβληθεί ή να ενεργήσει κάποιος ή κάτι σε αντίθεση με την πραγματική ύπαρξη, ενέργεια κ.λπ. (ενεργεία)

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ