Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

εβδομαδιαίος

Από Ελληνικό Λεξικό
Γεράματα είναι το πολύ ακριβό τίμημα που πληρώνουμε για ν' αποκτήσουμε ωριμότητα.
Τ. Στόπαρντ
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Από το εβδομάδα.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

εβδομαδιαίος, εβδομαδιαία, εβδομαδιαίο

  1. Που διαρκεί μια εβδομάδα.
  2. Που επαναλαμβάνεται κάθε εβδομάδα.

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ