Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

εγγενής

Από Ελληνικό Λεξικό
Νίκα την οργή με την αγάπη, απάντησε με καλό στο κακό και την τσιγκουνιά νίκα με γενναιοδωρία.
Βούδας
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

εγγενής < αρχαία ελληνική ἐγγενής < ἐν + γένος

Open book 01.svg Επίθετο

εγγενής

  1. χαρακτηρισμός μιας ιδιότητας ή κατάστασης που υπάρχει από τη γέννηση ή εξαιτίας της ίδιας της φύσης του αντικειμένου υπό συζήτηση
    το εγχείρημα παρουσιάζει εγγενείς αδυναμίες
  2. που απαιτεί τη συμμετοχή δύο φύλων
    εγγενής πολλαπλασιασμός


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ