Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

εγκιβωτισμός

Από Ελληνικό Λεξικό
Τίμα τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον.
Μένανδρος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

εγκιβωτισμός < εγκιβωτίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό

εγκιβωτισμός αρσενικό

  1. η τοποθέτηση ενός αντικειμένου μέσα σε κιβώτιο, η ενέργεια με την οποία ένα αντικείμενο συσκευάζεται για να αποσταλεί στον παραλήπτη
  2. (φιλολογία) η αφηγηματική τεχνική κατά την οποία μία αφήγηση εμπεριέχει μία άλλη ως διακριτό τμήμα της· π.χ. στην ομηρική Οδύσσεια, η τριτοπρόσωπη αφήγηση των περιπετειών του Οδυσσέα, από το νησί της Καλυψώς μέχρι την επιστροφή του στην Ιθάκη, περιέχει εγκιβωτισμένη την εξιστόρηση όλων των προηγούμενων ταξιδιών του από τον ίδιο τον ήρωα, όταν αυτός βρίσκεται στο νησί των Φαιάκων.
  3. (τεχνολογία) τεχνική για τη θεμελίωση κατασκευών μέσα στο νερό. Πρώτα απομονώνεται μια έκταση του πυθμένα με υδατοστεγή φράγματα και κατόπιν αντλείται το νερό από την εγκιβωτισμένη περιοχή, ώστε να μπορούν να συνεχιστούν εκεί οι εργασίες θεμελίωσης του έργου

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ